Το ανορθωτικό έργο του Ιουστινιανού

 

Ιουστινιανός Α' (483-565)


Γράφει η Φωτεινή Δαρσινού

ιστορικός-φιλόλογος


Ο  Ιουστινιανός  Α΄ (Φλάβιος  Πέτρος  Σαββάτιος   Ιουστινιανός,  Flavius Petrus Sabbatius Iustinianus) ή Μέγας Ιουστινιανός διετέλεσε βυζαντινός αυτοκράτορας  από το 527 έως το 565.Γεννήθηκε στο χωριό Tαυρήσιο (Tauresium) και προερχόταν από  αγροτική οικογένεια. Μητέρα του ήταν η Βιγιλαντία, αδερφή του Ιουστίνου, σημαντικού στρατηγού του βυζαντινού στρατού και μετέπειτα αυτοκράτορα, ο οποίος  ανέλαβε την ανατροφή και  τη μόρφωση του ανιψιού του,αφού ο ίδιος ήταν άτεκνος. Με την άνοδο του Ιουστίνου στην εξουσία  το 518, ο Πέτρος Σαββάτιος δέχθηκε το αξίωμα του πατρικίου και μετονομάστηκε σε "Ιουστινιανός". Το 521, ο Ιουστινιανός  έγινε  Ύπατος και τον Απρίλιο του 527 ο Ιουστίνος  τον αναγόρευσε, μαζί με την σύζυγό του Θεοδώρα, Αύγουστο και συναυτοκράτορα. Με το θάνατο του Ιουστίνου, τέσσερις μήνες αργότερα, πήρε στα χέρια του τον απόλυτο έλεγχο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μητρική του γλώσσα ήταν τα λατινικά, βέβαια γνώριζε πολύ καλά  και την ελληνική γλώσσα. Εγκαταστάθηκε σε πολύ νεαρή ηλικία στην Κωνσταντινούπολη, όπου και έλαβε πολύπλευρη μόρφωση έχοντας στο πλευρό του τους καλύτερους δασκάλους της εποχής.

Η γενική πολιτική αρχή του έγκειται στα πλαίσια της δημιουργίας ενός κράτους, μιας εκκλησίας, μιας νομοθεσίας. Στόχος της πολιτικής του ήταν η απελευθέρωση  του  ρωμαϊκού  εδάφους από τον ζυγό των βαρβάρων επιδρομέων και η αποκατάσταση του imperium στα παλιά του σύνορα, ώστε να δημιουργήσει μια και μοναδική ρωμαϊκή ορθόδοξη χριστιανική αυτοκρατορία.

Κατά την περίοδο της ένδοξης βασιλείας του Ιουστινιανού, πραγματοποιήθηκαν  μεγάλοι ανακτητικοί πόλεμοι με ηγέτες τον Βελισάριο και το Ναρσή, επιτεύχθηκε η κωδικοποίηση του δικαίου από τον Τριβωνιανό και υψίστης σημασίας διοικητικά μέτρα  λήφθηκαν από τον Ιωάννη Καππαδόκη. Βέβαια, εμπνευστής όλων των παραπάνω ήταν ο Ιουστινιανός.


Εσωτερική πολιτική

Η στάση του Νίκα


Εκτός από τους εξωτερικούς κινδύνους που ταλάνιζαν τη βυζαντινή αυτοκρατορία,έ καναν την εμφάνισή τους και εσωτερικές αναταραχές. Στην Κωνσταντινούπολη οι Δήμοι του ιπποδρόμου, που έμοιαζαν με αθλητικά σωματεία μεν αλλά είχαν και πολιτική ισχύ δε, μάχονταν με την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα τη στάση του Νίκα τον Ιανουάριο του 532. Ο Ιουστινιανός τάχθηκε υπέρ των Βενέτων και εναντίον των Πρασίνων. Όμως όταν έγινε αυτοκράτορας έδωσε εντολή στα κυβερνητικά όργανα να υποτάξουν τα κόμματα του λαού και τους επέβαλε κυρώσεις και βαριά φορολογία. Έτσι, οι δύο Δήμοι εξοργισμένοι ξεκίνησαν άγριο αγώνα εναντίον του. Πιο συγκεκριμένα, στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή "Νίκα" που ήταν το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους αντηχεί παντού.

Ο Υπάτιος αναγορεύθηκε αυτοκράτορας από τους στασιαστές και  ο Ιουστινιανός  αδύναμος πια  να ελέγξει την κατάσταση σκέφτεται να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος Θεοδώρα με την αποφασιστικότητά της, γρήγορα τον μεταπείθει με τα εξής λόγια:

«Όποιος γεννήθηκε, αναπόφευκτα θα πεθάνει. Στο βασιλιά όμως είναι αδικαιολόγητη η φυγή. Εγώ δε θα μπορούσα να ζω χωρίς την πορφύρα, ούτε επιθυμώ να ζήσω την ημέρα που δε θα με αποκαλούν βασίλισσα.Εάν λοιπόν εσύ, βασιλιά, θέλεις να σωθείς, μπορείς: Και χρήματα πολλά έχουμε, και θάλασσα και πλοία. Σκέψου όμως μήπως, στο μέλλον, μετανιώσεις που σώθηκες φεύγοντας, αντί να μείνεις εδώ και να πεθάνεις. Διότι σε μένα αρέσει κάποιος λόγος παλαιός, που λέει ότι είναι καλό να πεθαίνει κανείς βασιλιάς.» (Προκόπιος, Υπέρ των Πολέμων)

 

Οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος και ο διοικητής της φρουράς Ναρσής παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. Παγιδεύουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και ο ρωμαϊκός στρατός, υπό τις εντολές τους,  κυριολεκτικά τους κατασφάζει. Η καταστολή της "Στάσης του Νίκα" σημειώθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 532 και οι νεκροί υπολογίζονται στους 30.000. Για αρκετά χρόνια οι αγώνες του ιπποδρόμου διακόπηκαν και κάθε φωνή λαϊκής διαμαρτυρίας σώπασε. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε και το γόητρο του αυτοκράτορα πληγώθηκε βαριά.


Νομοθετικές μεταρρυμίσεις


Ο νέος αυτοκράτορας διακρινόταν για τις γνώσεις του, την οξυδέρκειά του την εργατικότητα και την τόλμη του να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες. Διάλεξε ικανούς συνεργάτες και πήρε μέτρα για την ανόρθωση του κράτους.

Αρχικά, κωδικοποίησε τους παλιούς ρωμαϊκούς νόμους και τους συμπλήρωσε με νέους πιο δίκαιους, εμπλουτίζοντας το κύριο σώμα της ισχύουσας νομοθεσίας. Όλα τα αυτοκρατορικά διατάγματα συγκεντρώθηκαν σε μια συλλογή, που δημοσιεύθηκε το 529 ως Ιουστινιάνειος κῶδιξ (Codex Justinianus).

Eπιπλέον, το 533 δημοσιεύθηκαν οι Πανδέκτες (Digesta),μια συλλογή συγγραμμάτων των κλασικών Ρωμαίων νομομαθών και ακολούθησαν οι Εισηγήσεις (Institutiones), που διαιρούνταν σε 4 βιβλία και χρησίμευαν ως βασικό εγχειρίδιο νομικών σπουδών. Τέλος, το Corpus iuris civilis του Ιουστινιανού συμπληρώθηκε με τη συλλογή των Νεαρών (Novellae-leges), που αποτέλεσε το τέταρτο και τελευταίο τμήμα του νομοθετικού έργου του Ιουστινιανού και ήταν το μόνο που γράφτηκε στα ελληνικά, αφού οι περισσότεροι υπήκοοι του ανατολικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δε μιλούσαν τη λατινική γλώσσα.


Διοικητικές μεταρρυθμίσεις


Ο Ιουστινιανός στον τομέα της διοίκησης, κατάργησε τα προνόμια των δήμων και απαγόρευσε στους μεγαλοκτηματίες να παίρνουν τα κτήματα των μικροϊδιοκτητών γειτόνων τους, για χρέη που τους όφειλαν.

Επιπλέον, φορολόγησε τους πολίτες ανάλογα με τα εισοδήματά τους, οργάνωσε τη λειτουργία της αγοράς, των λιμανιών και των εμπορικών δρόμων και επέβαλε δασμούς για τα εισαγόμενα προϊόντα.

Οργάνωσε το στρατό, κυρίως με βυζαντινούς στρατιώτες, ασφάλισε τα σύνορα και γενικά βελτίωσε την άμυνα του κράτους με δρόμους, οχυρώματα, κάστρα, πύργους και γέφυρες.

Συντήρησε και βελτίωσε το οδικό δίκτυο που ένωνε την πρωτεύουσα με τις επαρχίες και τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας.

Έκοψε χρυσά "βυζαντινά" νομίσματα, που έγιναν το διεθνές μέσο συναλλαγών.

Τέλος, έφερε από την Κίνα το μυστικό εκτροφής του μεταξοσκώληκα. Σύμφωνα με την παράδοση η διάδοση της μεταξοκαλλιέργειας από την Ανατολή στη Δύση έγινε από μοναχούς του Βυζαντίου, οι οποίοι κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα, με το πρόσχημα της μετάδοσης της χριστιανικής θρησκείας εκτελούσαν χρέη "κατασκόπων". Περιηγήθηκαν στην Περσία και την Κίνα και μελετούσαν κάθε τι που είχε σχέση με τον μεταξοσκώληκα και την επεξεργασία του. Έτσι, στο τέλος της περιοδείας του το 554 μ.Χ. μετέφεραν κρυφά μέσα σε κούφιες μαγκούρες αυγά μεταξοσκώληκα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την παράδοση, με τον τρόπο αυτό περιήλθε η σηροτροφία στο Βυζάντιο.


Εξωτερική πολιτική


Μετά το ξεκαθάρισμα των εσωτερικών αναταράξεων είχε φτάσει πια το πλήρωμα του χρόνου για την εκπλήρωση του οράματος του Ιουστινιανού, την Reconquista (ανάκτηση της Δύσης).Οι πόλεμοι στη Δύση είχαν απογυμνώσει τα σύνορα του Δούναβη και η αμυντική δύναμη της αυτοκρατορίας απέναντι στους Πέρσες είχε ασθενήσει σημαντικά. Ο Ιουστινιανός το 532 υπέγραψε συνθήκη "αιώνιας ειρήνης" με το βασιλιά Χοσρόη Α’ για να μπορεί να κινείται ελεύθερα στη Δύση, πληρώνοντας τέλη στους Πέρσες. Βέβαια, το 540 η συνθήκη παραβιάστηκε από τον Χοσρόη και οι Πέρσες λεηλάτησαν Συρία, Αντιόχεια, Αρμενία, Ιβηρία και την περιοχή της Λαζικής στην ανατολική ακτή του Εύξεινου Πόντου Ιουστινιανός πληρώνοντας υψηλότερα τέλη πέτυχε ανακωχή και το 562 η ανακωχή μετατράπηκε σε συνθήκη ειρήνης για πενήντα χρόνια.

Στους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία έρχεται να προστεθεί και η προέλαση των Σλάβων, οι οποίοι συμμάχησαν με τους Βουλγάρους και διενεργούσαν συνεχείς επιδρομές στον βαλκανικό χώρο. Για την ενίσχυση της αμυντικής ισχύς της αυτοκρατορίας ο Ιουστινιανός ανήγειρε ένα τεράστιο σύμπλεγμα οχυρών. Παρ’όλα αυτά, εξαιτίας της έλλειψης στρατιωτικών δυνάμεων σλαβικά νομαδικά φύλα εγκαταστάθηκαν σε κάποιες επαρχίες της βαλκανικής χερσονήσου. Επίσης, ο Ιουστινιανός αντιμετώπισε τους Βανδάλους στη Β. Αφρική με στρατηγό τον Βελισάριο, τους Οστρογότθους στην Ιταλία και τους Βησιγότθους στην Ισπανία.

Εν τέλει, η εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού πέτυχε, αλλά εξάντλησε οικονομικά και στρατιωτικά το κράτος και πιο συγκεκριμένα άδειασαν τα κρατικά ταμεία, χάθηκαν κάποιες εκτεταμένες περιοχές, ευρωπαϊκές επαρχίες έμειναν χωρίς στρατεύματα και η διεθνής θέση της αυτοκρατορίας εξασθένησε.


Θρησκευτική πολιτική


Στόχος του Ιουστινιανού ήταν η πάταξη της ειδωλολατρίας, η επιβολή του ορθόδοξου δόγματος και η διατήρηση της ενότητας σε ολόκληρο το Βυζάντιο μέσω της κοινής πίστης. Το 528, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έκλεισε την περίφημη Νεοπλατωνική Ακαδημία της Αθήνας, τελευταίο προπύργιο της διδασκαλίας της αρχαίας λατρείας. Το 536, καταδίωξε τις αιρέσεις και απαγόρευσε στους οπαδούς αυτών να καταλαμβάνουν θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μονοφυσιτισμός είχε σημαντική λαϊκή απήχηση στην Συρία και την Αίγυπτο, όπου αποτελούσε την θρησκευτική πλειοψηφία. Η Θεοδώρα η οποία καταγόταν από την Αίγυπτο και βολιδοσκοπούσε την κατάσταση στις επαρχίες συμβούλευσε τον Ιουστινιανό να ακολουθήσει μια πιο συμβατική πολιτική. Έτσι, το 543 ο Ιουστινιανός κράτησε μια πιο διαλλακτική στάση, σταμάτησε τις διώξεις και επέτρεψε μάλιστα στους μονοφυσίτες να ανασυστήσουν την εκκλησία τους.

Ο Ιουστινιανός το 544, εξέδωσε ένα διάταγμα, στο οποίο καταδίκαζε κάποιες θέσεις των μονοφυσιτών, κυρίως της σχολής της Αντιόχειας, αλλά παράλληλα έπραττε το ίδιο και με "Τρία Κεφάλαια" (judicatum) που περιείχαν αντιμονοφυσιτικές θέσεις και είχαν αναγορευθεί ως επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας, από την Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Οι δυτικοί αντέδρασαν έντονα και ο πάπας Βιγίλιος, έγινε ο πρωτεργάτης της αντίστασης.

Οι απόψεις του Ιουστινιανού τελικά υπερίσχυσαν στην 5η Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης του 553, ο Βιγίλιος υποχώρησε, αλλά η πλειοψηφία των δυτικών επισκόπων δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της. Έτσι δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες, που θα διαρκέσει για 50 περίπου χρόνια, αλλά και στο εσωτερικό της δυτικής Εκκλησίας, που θα κρατήσει για 150 περίπου χρόνια. Ο Ιουστινιανός, λοιπόν, δεν κατάφερε να κερδίσει την εύνοια των μονοφυσιτών και παράλληλα αποξενώθηκε από τους δυτικούς. Ο αυτοκράτορας βέβαια αποκαλούσε τον εαυτό του "Αυτοκράτορα και Ιερέα" και θεωρούσε καθήκον του την ανάμειξή του σε εκκλησιαστικά ζητήματα.

Βιβλιογραφία:

Georg Ostrogorsky, Iστορία του βυζαντινού κράτους, τομ.1, εκδ. Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2008.




Σχόλια